Η Νίτσα
Χατζηγεωργίου καταγόταν και ζούσε στον Άγιο Δομέτιο μαζί με την μητέρα της.
Ήταν κομμώτρια στο επάγγελμα , και περιγράφεται από φίλους και γνωστούς μέχρι
και σήμερα ως μια όμορφη και σαγηνευτική
νεαρή γυναίκα της τότε εποχής που δεν
μπορούσε να μείνει απαρατήρητη. Από νεαρή ηλικία ,απερίσκεπτη, ήταν πρόθυμη να
συνδράμει σε οτιδήποτε της είχε ζητηθεί, ενώ μόλις στα 21 της χρόνια εντάχθηκε
και αποτέλεσε ένα από τα πολυτιμότερα στελέχη της οργάνωσης της ΕΟΚΑ που με την
ευεργεσία της θυσίασε την ζωή της κατά την επιτέλεση του υπέρτατου χρέους. Μια
γυναίκα ξεχωριστή μα και γενναία αφού μετά την ένταξη της στις τάξεις της ΕΟΚΑ
τελούσε διάφορες αποστολές με επιτυχία. Εκτελούσε αποστολές που της είχαν
ζητηθεί από μέλη και στελέχη της ΕΟΚΑ ,κάτω από άκρα μυστικότητα ,με την
βοήθεια της γυναικείας της πονηριάς με έντονη επιθυμία μα δίχως καθόλου ίχνος
μεμψιμοιρίας γνωρίζοντας ότι διακινδύνευε την ζωή της με μεγάλο κόστος και
δυσάρεστες επιπτώσεις. Μετείχε σε καθοριστικές επιχειρήσεις όπως για παράδειγμα
,η μεταφορά του Γρηγόρη Αυξεντίου από τον Πενταδάκτυλο στην Κακοπετριά το 1955.
Στην επικίνδυνη αποστολή αυτή ,για να επιτευχθεί η μεταφορά του Γρηγόρη
Αυξεντίου θα έπρεπε να περάσουν από το μπλόκο των Βρετανών στρατιωτών που είχαν στήσει σε οδόφραγμα ,με το
αυτοκίνητο τους με απόλυτη επιτυχία δίχως να γίνει ο Αυξεντίου αντιληπτός από τους
Άγγλους στρατιώτες. Το αυτοκίνητο οδηγούσε ο συναγωνιστής τους, Κυριάκος Μάτσης
και πίσω επιβαίναν η Νίτσα και ο Αυξεντίου. Βλέποντας οι αγωνιστές τους Άγγλους
από μακριά, κάτι θα έπρεπε να σκαρφιστούν γρήγορα για να μην αντιληφθούν οι Άγγλοι
τον Αυξεντίου. Τότε η Νίτσα ψύχραιμα με την άμεση και δελεαστική της σκέψη
αντέδρασε και υποδύθηκε την ερωμένη του Αυξεντίου, αφού τον άρπαξε, και τον
έχωσε στην αγκαλιά της κάτω από τα πλούσια μακριά μαύρα μαλλιά της.
Παρακολουθώντας το όλο αναληθές σκηνικό που διαδραματίστηκε πίσω του ο Μάτσης,
έκλεισε με πονηριά το ένα του το μάτι στους Βρετανούς στρατιώτες δίνοντας τους έτσι
την εντύπωση πως επρόκειτο για
ερωτευμένο ζευγαράκι. Οι Άγγλοι στρατιώτες βλέποντας τους , τους χαμογέλασαν
και τους έκαναν νεύμα να προχωρήσουν στην πορεία τους δίχως έλεγχο καταφέρνοντας
έτσι οι αγωνιστές να τους ξεγελάσουν και να διαφύγουν από το μπλόκο. Σε άλλη
αποστολή όταν τα γεγονότα άρχισαν με τις μέρες να γίνονται όλο και χειρότερα , και
όλο και περισσότεροι αγωνιστές καταδικάζονταν σε θάνατο , οι ίδιοι αγωνιστές
μέλη και στελέχη θα έπρεπε να αντιδράσουν λαμβάνοντας μέτρα. Έτσι και έγινε , οι
αγωνιστές της ΕΟΚΑ, ως αντίδραση εφάρμοσαν το αρχαίο ρητό «οφθαλμόν αντί οφθαλμού»,
προκειμένου να γλυτώσουν τους θανατοποινίτες αγωνιστές , σκέφτηκαν να απαγάγουν
Άγγλους στρατιώτες και να τους ανταλλάζουν με τους αγωνιστές όμως χρειάζονταν
κάτι ως δόλωμα. Χωρίς επιπλέον συλλογισμούς η Νίτσα προσφέρθηκε για να γίνει
αυτή η ανταλλαγή , ξεφωνίζοντας «Όλα για την πατρίδα». Το σχέδιο πήρε σάρκα και
οστά . Η Νίτσα εφάρμοσε το σχέδιο επισκέπτοντας ένα μπαρ που στην πλειοψηφία σύχναζαν εκεί Άγγλοι
στρατιώτες ,με σκοπό να προσεγγίσει Άγγλους δόλια , και να τους παρασύρει -οδηγήσει
σπίτι της ώστε να τους αναλάβουν οι συναγωνιστές της. Για να γίνει αυτό, οι
συναγωνιστές της πρώτα θα έπρεπε να
μεταφέρουν την μητέρα της Νίτσας σε άλλο μέρος εως ότου να πετύχει και να γίνει
πιο πιστικό το σχέδιο. Πράγματι έτσι και έγινε. Η παρουσία της σε αυτό το μπαρ
ήταν κάτι το διαφορετικό αφού με την προκλητική της εμφάνιση ήταν σίγουρο πως
αναζητούσε παρέα και προκαλούσε για φλερτ. Ένας Άγγλος Αξιωματικός της αεροπορίας την
προσέγγισε και αντάλλαξε μαζί της πληροφορίες, η Νίτσα τον προέτρεψε να την
ακολουθήσει μέχρι σπίτι της. Όταν έφτασαν σπίτι της τον κέρασε ένα τενεκεδάκι
αναψυκτικού κοκα-κολα ρίχνοντας του μέσα υπνωτικό , κάτι που δεν ενέργησε και
έτσι το σχέδιο ανατράπηκε. Του ζήτησε να φύγει και έκλεισαν επόμενο ραντεβού με
αφορμή ότι φοβόταν τον σκύλο που είχε μαζί του στο αυτοκίνητο ο αξιωματικός .
Στην επόμενη συνάντηση αντάρτες κρύφτηκαν στο σπίτι της Νίτσας, και όταν ο
Άγγλος μπήκε στο σπίτι της Νίτσας, τον πυροβόλησαν και έμεινε νεκρός στο πάτωμα και οι αντάρτες είχαν
τραπεί σε φυγή όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί. Η Νίτσα πανικοβλήθηκε διότι είχε
μείνει μόνη στο σπίτι με το πτώμα του στρατιώτη και ζήτησε οδηγίες από την οργάνωση. Την παρότρυναν
να επισκεφθεί έναν αστυνομικό σταθμό και να δηλώσει ότι, καθώς βρισκόταν μαζί
με τον Άγγλο δύο άγνωστοι εισέβαλαν στο σπίτι της και τον δολοφόνησαν. Έτσι και
είχε κάνει όμως οι ισχυρισμοί της δεν έγιναν δεκτοί από την αστυνομία. Την οδήγησαν
στην Ομορφίτα όπου υπέστη σκληρά βασανιστήρια και εξευτελιστικές πράξεις στις φυλακές
μέχρι να μαρτυρήσει, κάτι που δεν έκανε. Περίπου στο τέλος του αγώνα μετά τον Γολγοθά
της στις φυλακές της Ομορφίτας την αφήνουν
ελεύθερη και γυρνά πίσω στο σπίτι της ,απομονώνεται από όλους και από όλα και
δεν βρίσκει δουλειά αφού παρεξηγήθηκε από τον προκατειλημμένο κόσμο μιας
περιόδου δύσκολης για την Κύπρο ,για το αν
μαρτύρησε ή όχι για το τι ακριβώς είχε γίνει κατά την δολοφονία του Άγγλου
Αξιωματικού. Στις 11 του Μάρτη το 1968 η μάνα μαζί με συναγωνιστή της ,
βρίσκουν την Νίτσα κλειδωμένη στο δωμάτιο της, νεκρή , ενώ στο στήθος της είχε το Ευαγγέλιο. Ο
ιατροδικαστής απέρριψε τους ισχυρισμούς περί αυτοκτονίας της ίδιας ενώ έκανε
λόγο για στραγγαλισμό και μέχρι σήμερα συμπεριλαμβάνεται στα ανεξιχνίαστα
εγκλήματα . Πεθαίνει λοιπόν στα 37 της χρόνια όμως μέχρι και στο θάνατο της δεν
βρίσκει ησυχία. Κάποιοι ,μέρες μετά ισχυρίστηκαν πως στο κοιμητήριο που θάφτηκε
δεν υπήρχε επαρκής χώρος και έτσι μπουλντόζες εισέβαλαν μέσα και ισοπέδωσαν - κατάστρεψαν
τα μνήματα συμπεριλαμβανομένου και της Νίτσας. Από εκείνη τη μέρα η Νίτσα δεν
έχει μνήμα κάτι που παραμένει μυστήριο όπως και ο φόνος της και τιμάται με
διαταγή του αρχηγού της ΕΟΚΑ ,Γεώργιου Γρίβα, στο Σωματείο Αγίου Δομετίου όπου
υπάρχει και η προτομή της στο προαύλιο του σωματείου και κάθε χρόνο
καταθέτονται εκεί τα στεφάνια. Ακόμα και σήμερα η πολιτεία παραμένει ανίκανη
καθώς δεν έχει φροντίσει μετά από τόσα χρόνια να ψάξουν για ένα μικρό κομματάκι
της γης με ένα σταυρό αναγραφόμενο με το όνομα της για να τιμάται η μνήμη της αξιοπρεπώς.
Θρυλική ήταν η θυσία της Κύπριας Μαρίας Συγκλητικής. Μια από τις ωραιότερες νεανίδες που μαζί με άλλες γυναίκες , επέλεξαν οι Τούρκοι για να σταλούν στον Σουλτάνο ως δώρο κατά την Άλωση της Κύπρου από τους Οθωμανούς το 1570. Κατα την παραμονή του καραβιού στο λιμάνι της Αμμοχώστου στην Κύπρο ,υπήρξε αιχμάλωτη μαζί με άλλους νέους και νεανίδες στο τούρκικο καράβι με προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Η Μαρία σαν μια τολμηρή και ανένταχτη προσωπικότητα, μη αντέχοντας πια πολλές από τις βάναυσες πράξεις των Τούρκων αλλά και την ταπείνωση, πήρε την δυσάγνωστη πρωτοβουλία να βάλει φωτιά στο καράβι, αφού πλησίασε την πυριτιδαποθήκη τινάζοντας το καράβι στον αέρα εξευτελίζοντας έτσι τους βάρβαρους Τούρκους. Η ίδια η μορφή της πέρασε μέσα από πολλές ιστορικές αναφορές αλλά και στην τέχνη και την λογοτεχνία με διαφορετικά και πολλά ονόματα όπως Μαρία Συγκλητική , Ρενάλδα Βελεσάνδρα και Αρνάλδα Ρουχιά Ένα ποίημα του Κύπριου Ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη που γράφτηκε για την Μαρία Συγκλι...

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου